γαμίζω

γᾰμ-ίζω,
A give a daughter in marriage, A.D. Synt.280.11, 1 Ep.Cor.7.38.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαμίζω — give pres subj act 1st sg γαμίζω give pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμίζω — (AM γαμίζω) [γάμος] (αδιακρίτως φύλου) συνουσιάζομαι αρχ. μσν. παντρεύω (την κόρη μου) …   Dictionary of Greek

  • γαμίσαι — γαμίζω give aor inf act γαμίσαῑ , γαμίζω give aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμιζόμενοι — γαμίζω give pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμίζεις — γαμίζω give pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμίζεσθαι — γαμίζω give pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμίζονται — γαμίζω give pres ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμίζοντες — γαμίζω give pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμίζων — γαμίζω give pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάμισον — γαμίζω give aor imperat act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγαμίζοντο — γαμίζω give imperf ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.